διάκοψις

διάκοψις, εως, ,
A = διακοπή, Thphr.CP5.9.11 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακόψει — διάκοψις fem nom/voc/acc dual (attic epic) διακόψεϊ , διάκοψις fem dat sg (epic) διάκοψις fem dat sg (attic ionic) διακόπτω cut in two aor subj act 3rd sg (epic) διακόπτω cut in two fut ind mid 2nd sg διακόπτω cut in two fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακόψεις — διάκοψις fem nom/voc pl (attic epic) διάκοψις fem nom/acc pl (attic) διακόπτω cut in two aor subj act 2nd sg (epic) διακόπτω cut in two fut ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκοψη — η (Α διάκοψις, εως) [διακόπτω] 1. διακοπή 2. διαχωρισμός, διάσχιση, τέλειο κόψιμο …   Dictionary of Greek

  • διακόψῃ — διακόψηι , διάκοψις fem dat sg (epic) διακόπτω cut in two aor subj mid 2nd sg διακόπτω cut in two aor subj act 3rd sg διακόπτω cut in two fut ind mid 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.